Tuesday, December 5, 2017

Γεώργιος Μισαηλίδης, εκτελέστηκε από τους Ναζί 26 Ιανουαρίου 1944

...Στις αρχές του Ιανουαρίου 1944 πραγματοποιήθηκε στο χωριό Σιδηρά συνέδριο του ΕΛΑΣ, όπου αποφασίστηκε να χτυπηθούν και να αφοπλιστούν τα προσφυγικά χωριά των Μπουτσακίων, στα ανατολικά της Κοζάνης. Η αποστολή αυτή ανατέθηκε στον Αλέξη Ρόσιο και τους άντρες του. Στις 24 Ιανουαρίου, το τμήμα του Ρόσιου, κατευθυνόμενο προς τα Μπουτσάκια, συνάντησε ένα γερμανικό επιβατικό αυτοκίνητο μεταξύ των χωριών της Καλαμιάς και του Βατερού, στα δυτικά της Κοζάνης. Στο αυτοκίνητο επέβαινε ένας Γερμανός χειρούργος και ο οδηγός του. Την ημέρα εκείνη ο γιατρός επρόκειτο να χειρουργήσει έναν ασθενή στη Σιάτιστα. Ο Ρόσιος επέλεξε να χτυπήσει το αυτοκίνητο. Επιτόπου σκοτώθηκε ο γιατρός, ενώ ο στρατιώτης οδηγός του μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένος στο νοσοκομείο της Κοζάνης.77 Όταν οι γερμανικές αρχές της Κοζάνης πληροφορήθηκαν το περιστατικό, προχώρησαν στην εφαρμογή αντιποίνων εις βάρος των χωριών κοντά στα οποία είχε σημειωθεί η ενέδρα. Δύο γερμανικές διμοιρίες, με την υποστήριξη της αεροπορίας, ξεκίνησαν την ίδια ημέρα από την Κοζάνη με προορισμό τα Καραγιάννια. Λίγο έξω από την Κοζάνη, στη θέση “Σιόποτο”, σκότωσαν δύο άτομα που συνάντησαν τυχαία στο δρόμο προς το Βατερό.78 Φτάνοντας στο Βατερό εκτέλεσαν αδιακρίτως μέσα και κυρίως έξω από το χωριό, στο δάσος και στα χωράφια, έξι άτομα, στην πλειοψηφία τους βοσκούς και γεωργούς. Οι εκτελέσεις αυτές συνοδεύτηκαν από τη λεηλασία του χωριού και την πυρπόληση ενός σπιτιού. Ταυτόχρονα, συγκέντρωσαν όλους τους άντρες του Βατερού και τους μετέφεραν έξω από το χωριό σε μια χαράδρα. Εκεί, μετά από επιλογή των κρατουμένων, ακολούθησε η εκτέλεση μιας ομάδας δώδεκα ατόμων. Οι υπόλοιποι, περίπου διακόσιοι, μαζί με άλλους ομήρους από την Καλαμιά, όπου και εκεί είχε προηγηθεί η συγκέντρωση των κατοίκων από τους Γερμανούς, μεταφέρθηκαν πεζή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κοζάνης.79 Συνολικά, δεκαοκτώ άντρες από το Βατερό, δύο από την Καλαμιά και δύο από την Κοζάνη εκτελέστηκαν εκείνη την ημέρα εν ψυχρώ από τα γερμανικά τμήματα.80 Μπροστά στον κίνδυνο της εκτέλεσης των ομήρων ως αντίποινα για άλλες επιθέσεις των ανταρτών, συγκροτήθηκε μια επιτροπή από τους προέδρους των κοινοτήτων Αλωνακίων, Καλαμιάς και Κοσκινιάς που τις επόμενες ημέρες παρουσιάστηκε ενώπιον του Γερμανού Φρούραρχου Κοζάνης, Μάττιγκ, και ζήτησε την απελευθέρωση των κρατουμένων, δηλώνοντάς του: «Αναλαμβάνομεν υπευθύνως ότι μελλοντικώς ουδέν τοιούτον θα συμβή εις βάρος των Γερμανών εις την περιοχήν μας, εάν επιτρέψητε εις κατοίκους να οπλισθούν εξ ιδίων».81 Πράγματι, λίγες μόνο ώρες μετά τη σύλληψή τους οι κρατούμενοι από το Βατερό απελευθερώθηκαν, αφού δέχθηκαν να οπλιστούν με γερμανικά όπλα και να δημιουργήσουν φυλάκια για την προστασία του χωριού.82 Με τον ίδιο τρόπο γλίτωσαν την εκτέλεση και οι κάτοικοι της Καλαμιάς, αφού σύμφωνα με μαρτυρία ενός εξ αυτών «υποσχεθήκαμε να πάρωμε όπλα για να προστατεύσωμε τα σπήτια μας από τους κομμουνιστές».83 Μετά την παραπάνω θετική, όπως αποδείχθηκε, για τα μακροπρόθεσμα γερμανικά σχέδια, εξέλιξη, ο Μάττιγκ απελευθέρωσε τους ομήρους από τα Καραγιάννια, αλλά στη θέση τους διέταξε την εκτέλεση σαράντα τριών ατόμων που κρατούνταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κοζάνης. Η εκτέλεση της δεύτερης αυτής ομάδας των ομήρων έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1944 λίγο έξω από την Κοζάνη, στη θέση “Νταμάρια” ή “Μαντέμνια” και κοντά στο χωριό Λευκόβρυση. Την επομένη, ο Μάττιγκ με έγγραφό του προς το Δήμαρχο της Κοζάνης, το οποίο κοινοποιήθηκε στο Νομάρχη και στη Μυστική Αστυνομία Στρατού, έκανε γνωστούς τους λόγους για τους οποίους είχε διατάξει την εκτέλεση : «Την 12ην Δεκεμβρίου 1943 εφονεύθησαν υπό ανταρτών 2 ανήκοντες εις τον σχηματισμόν SS. Ως αντίποινα εξετελέσθησαν χθες 43 εκ των ομήρων. Των εκτελεσθέντων εξακριβώθη η συνεργασία μετά των Κομμουνιστών».84 Η ανακοίνωση αυτή συνοδευόταν από έναν κατάλογο δεκατριών κατοίκων της πόλεως της Κοζάνης, οι οποίοι είχαν εκτελεστεί την προηγούμενη ημέρα.85 Ανάμεσά τους ήταν ο πρώην βουλευτής Κοζάνης και δικηγόρος Νικόλαος Γεωργιάδης,ο ταμίας της Εθνικής Τραπέζης, Γεώργιος Μισαηλίδης,, ο γραμματέας της Νομαρχίας Κοζάνης, Ιωάννης Θεοδωρίδης, ο υπάλληλος της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών Κοζάνης, Πολυνίκης Τζιφόπουλος. Επίσης, πολλοί από τους εκτελεσθέντες κατάγονταν από την επαρχία των Σερβίων, όπως ο γεωπόνος Παντελής Σαββίδης ή Σαββιλωτίδης, ο γεωργός Κωνσταντίνος Παυλίδης, ο Αστέριος Αγγελόπουλος, ο Κωνσταντίνος Δημητράκης, ο Δημήτριος Στεφάνου, ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Γκουλιώνης, ο υπάλληλος Παύλος Μέλιος, ο καφεπώλης Κωνσταντίνος Φάκας, αλλά και από άλλες περιοχές, όπως ο ράπτης Θεόδωρος Λαζαρίδης από το χωριό Άγιος Δημήτριος και οκτώ άτομα από το Παλαιόκαστρο Κοζάνης, οι οποίοι είχαν συλληφθεί στις 3 Δεκεμβρίου 1943, κατά τη διάρκεια μιας γερμανικής επιχείρησης στα Βέντζια.86 Για τα αντίποινα της 26ης Ιανουαρίου κατέθεσαν μεταπολεμικά πολλοί Έλληνες μάρτυρες, οι οποίοι επέρριψαν την ευθύνη για τις συλλήψεις όσων μετέπειτα εκτελέστηκαν στον διοικητή της 621ης Μυστικής Αστυνομίας Στρατού Κοζάνης, Λοχαγό Φρανς Σένφελντ Τέγκελ (Franz Schonfeld – Tegel).87 Μεταξύ αυτών ήταν η σύζυγος του εκτελεσθέντα Νικόλαου Γεωργιάδη:... πηγή>

Thursday, January 26, 2017


όλαν μά τ' άούτον τον καιρόν πως θα εχπάσκουμες σο χωρίον έμουν?

Monday, December 2, 2013

«Ελλήσποντος …όπως υπομονή» (της Φωτεινής Κοντοζίδου)


Καθισμένη στο μπαλκόνι του πατρικού μου σπιτιού, κοιτάζοντας το τοπίο σκέφτομαι ότι δεν άλλαξε τίποτα όλον αυτόν τον καιρό. Μικρό παιδάκι ήμουν όταν μετακόμισε η οικογένειά μου και εδώ και τόσα χρόνια όλα είναι ίδια κι απαράλλαχτα ακριβώς όπως ήταν τότε, στο ίδιο κάδρο τα σπιτάκια, τα δέντρα και στο βάθος οι καμινάδες της Δ.Ε.Η. Δ.Ε.Η και τοπίο ένα.

Δεν θυμάμαι τον τόπο χωρίς καμινάδες. Το χωριό μου βρίσκεται στον πρώην δήμο Ελλησπόντου, είναι ένα μικρό χωριουδάκι, το Καπνοχώρι, με λίγους σχετικά κατοίκους και λίγα σπίτια, όπως και τα περισσότερα χωριά που βρίσκονται γύρω από τον Α.Η.Σ Αγίου Δημητρίου και των ορυχείων της Δ.Ε.Η . Οι κάτοικοι είναι απόγονοι προσφύγων από τον Πόντο και την Καλλίπολη, Πόντιοι και Θρακιώτες δηλαδή, άνθρωποι δουλευταράδες, αξιοπρεπείς και φιλότιμοι που για πολλά χρόνια δούλευαν τη γη κι έτσι ζούσαν ως αγρότες και κτηνοτρόφοι, ώσπου ήρθε η ανάπτυξη… ήρθε η Δ.Ε.Η… χαράς ευαγγέλια, θα έβρισκαν δουλειά  ¨μόνιμη¨  και θα γλύτωναν από τη δύσκολη δουλειά του γεωργού. Είχε, λέει, λιγνίτη κάτω από τα χωράφια τους κι έτσι θα χτιζόταν ένα μεγάλο εργοστάσιο που θα έδινε ρεύμα σ’όλη την Ελλάδα και σ’αυτούς τη σιγουριά και την εξασφάλιση της δουλειάς. Ως εδώ όλα καλά… Οι κάτοικοι τότε δεν γνώριζαν ότι μαζί μ’όλα αυτά θα ερχόντουσαν πολλά προβλήματα, όπως μόλυνση και μετεγκαταστάσεις. Το κατάλαβαν πολύ αργότερα, όταν άρχισε να θερίζει το άσθμα στα μικρά παιδιά, όταν άρχισαν τα πολλά προβλήματα υγείας, όταν έβαζαν μπροστά την μονάδα και μαύριζε ο τόπος, όταν τα παιδάκια τους έπαιζαν διπλά σε ταινιόδρομους που μετέφεραν τέφρα. Το καταλαβαίνουν όταν τα αιωρούμενα σωματίδια είναι πολύ πιο πάνω από το επιτρεπτό όριο και όλα αυτά φυσικά επιβαρύνουν την υγεία τους. Με ποιο αντάλλαγμα; Τουλάχιστον την δουλειά… Ποια δουλειά;

    Οι νέοι στον πρώην δήμο Ελλησπόντου είναι άνεργοι όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα με την διαφορά, όμως, ότι οι νέοι στον Ελλήσποντο κατά προτεραιότητα θα έπρεπε να δουλεύουν στα εργοστάσια, μιας και αυτοί είναι που πρώτοι υποφέρουν από τις δράσεις της Δ.Ε.Η. Αντ’αυτού  θερίζει η ανεργία που είναι, για τους νέους, σε υψηλότατα ποσοστά.

    Οι υποδομές στα χωριά είναι άθλιες…σκέφτομαι ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη όπου υπάρχουν  ή υπήρχαν τέτοιοι σταθμοί η ποιότητα ζωής των πολιτών ήταν πολύ διαφορετική, ήταν και είναι αυτό που λέμε ¨πρότυπο¨. Έτσι έπρεπε να είναι κι εδώ μιας και εδώ  παράγεται η ενέργεια για όλη τη χώρα. Κάποτε υπήρξε ελπίδα ότι με τον τοπικό πόρο ανάπτυξης κάτι θα κινηθεί, κάτι θα γίνει, γιατί όπως και να το κάνουμε η μερίδα του λέοντος πρέπει να πάει σ’αυτόν που υποφέρει πιο πολύ από τις δραστηριότητες της Δ.Ε.Η. Για άλλη μια φορά οι κάτοικοι γελάστηκαν. Ο τοπικός πόρος ανάπτυξης δεν βοήθησε ποτέ στο να γίνουν παραδείγματος χάριν μεγάλα θερμοκήπια όπως επιθυμούσε μεγάλο μέρος των κατοίκων μιας και υπάρχει η τηλεθέρμανση και μπορούσε να γίνει ουσιαστικό έργο, αλλά εξαντλήθηκε σε μικρά πάρκα (όπου δεν πατάει και κανένα παιδάκι) ή σε ομάδες ποδοσφαίρου με ό,τι αυτό συνεπάγεται… Τα πολλά λεφτά για άλλη μια φορά πήγαν αλλού κι αρκετές φορές σε μέρη του νομού που δεν ξέρουν καν τι θα πει μόλυνση και αιωρούμενα σωματίδια. Οι μετεγκαταστάσεις γίνονται σε ρυθμό χελώνας και οι αποζημιώσεις για τα σπίτια και τα χωράφια τους-τη ζωή τους δηλαδή-είναι μηδαμινές πλέον. Το τελευταίο κρούσμα ήταν ,εκεί, στις αρχές του Απρίλη, όταν βρέθηκε εξασθενές χρώμιο στο νερό, οι κάτοικοι δεν ξέρουν από πότε έπιναν αυτό το  νερό, ούτε ξέρουν αν τους προκάλεσε μόνιμη βλάβη στην υγεία τους- και δεν θα το μάθουν ποτέ- απλά έπιναν, έκαναν μπάνιο αυτοί και τα παιδιά τους με μολυσμένο νερό. Παρ’όλα αυτά δεν έκαναν αυτό που λέμε ¨τρανταχτές¨ διαμαρτυρίες, υπέφεραν στωικά, περίμεναν στην ουρά την διανομή μπουκαλιών νερού και την υδροφόρα του δήμου Κοζάνης για μήνες. Αλήθεια, πόσοι από εμάς θα το αντέχαμε αυτό; Και τώρα που αποκαταστάθηκε η βλάβη, το  Δημοτικό Συμβούλιο Κοζάνης αποφάσισε ότι πρέπει να πληρώσουν τον λογαριασμό του νερού εξ’ολοκλήρου και όχι το 50% που ζητούσαν οι κάτοικοι. Αλήθεια, δεν ξέρω από πού αντλούν αυτήν την  υπομονή, αυτό που ξέρω είναι ότι οι καμινάδες της Δ.Ε.Η είναι προγραμματισμένες να σβήσουν εκεί κοντά στο 2023 αφήνοντας πίσω σεληνιακό τοπίο, χωριά φαντάσματα και ανθρώπους χωρίς δουλειά μιας και τα χωράφια τους πλέον έχουν απαλλοτριωθεί και δεν μπορούν να καλλιεργηθούν. Η πολιτεία και η τοπική αυτοδιοίκηση έχουν τον πρώτο λόγο και πρέπει να πράξουν επιτέλους τα αυτονόητα γι’αυτόν τον τόπο και γι’αυτούς τους ανθρώπους που έδωσαν τόσα πολλά στη χώρα και πήραν ψίχουλα.

Τα χωριά του πρώην δήμου Ελλησπόντου ανήκουν πλέον στο δήμο Κοζάνης και οι κάτοικοι πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως όλοι οι υπόλοιποι δημότες και όχι σαν ¨παιδιά ενός κατώτερου θεού¨!

Υ.Γ. Με τον Α.Η.Σ Αγίου Δημητρίου πολύ κοντά σ’αυτά τα χωριά δεν καταλαβαίνω πως γίνεται, μιας και το ζητάνε οι κάτοικοι εδώ και χρόνια, να μην τους παρέχεται μειωμένο ρεύμα όσο διαρκεί ο χειμώνας τουλάχιστον, ως ελάχιστη προσφορά από τη Δ.Ε.Η για να ζεσταίνονται, γιατί απ’ό,τι φαίνεται αν και το εργοστάσιο είναι δίπλα, η τηλεθέρμανση δεν υπάρχει ούτε σαν σκέψη στο μυαλό αυτών που αποφασίζουν για το μέλλον αυτών των χωριών.

Περισσότερα εδώ

Tuesday, August 27, 2013

πατάτας μα ντο πατάτας

Πλήθος κόσμου τίμησε και φέτος την καθιερωμένη Γιορτή Πατάτας, την 3η κατά σειρά, στο Καπνοχώρι Κοζάνης το βράδυ του Σαββάτου (24/08). Πατατοεδέσματα μαγειρεμένα από τις γυναίκες του χωριού, χορευτικά τμήματα και πλούσιο παραδοσιακό, λαϊκό, ποντιακό γλέντι. Δείτε το σχετικό βίντεο του kozan.gr…Πλήθος κόσμου τίμησε και φέτος την καθιερωμένη Γιορτή Πατάτας, την 3η κατά σειρά, στο Καπνοχώρι Κοζάνης το βράδυ του Σαββάτου (24/08). Πατατοεδέσματα μαγειρεμένα από τις γυναίκες του χωριού, χορευτικά τμήματα και πλούσιο παραδοσιακό, λαϊκό, ποντιακό γλέντι. Δείτε το σχετικό βίντεο του kozan.gr

Friday, March 8, 2013

Γιώργος Αμαραντίδης (Συμούλ΄τς)...


Η μάχη να κρατηθεί στη ζωή ήταν νομοτελειακά άνιση και για το Γιώργο Αμαραντίδη, που «έφυγε» τα ξημερώματα της 2ας Φεβρουαρίου σε ηλικία 69 ετών. Μπορεί ο θάνατος να είναι ο κοινός κλήρος όλων των ανθρώπων δεν είναι όμως το ίδιο και η συμβολή του καθενός στο γένος, τη μουσική παράδοση, την πολιτισμική κληρονομιά. Ο Γιώργος Αμαραντίδης συνέβαλε καθοριστικά σ΄ αυτό που συνήθως ονομάζουμε ποντιακή μουσική παράδοση.

Ο Αμαραντίδης είχε πολλά από τα γνωρίσματα που χαρακτήριζαν την πρώτη προσφυγική γενιά. Είχε «παρωνύμ’», που το πήρε κληρονομικά από το πατέρα του, λυράρη επίσης, Στάθη Αμαραντίδη. Ήταν ο «Σουμουλίκας» ασό Σοφουλάρ΄(Καπνοχώρι), όσο ήταν νεότερος και αργότερα ο «Συμούλ΄τς». Οι γονείς του, Στάθης και Σοφία (το γένος Καβακίδου) κατάγονταν την Άνω Ματσούκα (Γιαννακάντων). Ήταν αυτοδίδακτος λυράρης από τα 12 του χρόνια, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν ήρθε για συνέντευξη στις εκπομπές του πατέρα μου, Στάθη Ευσταθιάδη, αρχές της δεκαετίας του ΄90, περιέγραφε πώς «καραδοκούσε» να φύγει ο πατέρας του από το σπίτι και να πάει να βρει τα δίστιχα που έγραφε στα τσιγαρόχαρτά του. Έτσι διέσωσε πολλά δίστιχα του πατέρα του, που τα έκανε αργότερα γνωστά στα τραγούδια του. Στα 15 του χρόνια ο Σουμουλίκας ήταν ήδη γνωστός στα χωριά της Κοζάνης και τραγουδούσε στα καφενεία, με γέροντες που ήρθαν απ΄ την πατρίδα. Θείος του ήταν άλλωστε και ένα από τα σύμβολα της Ματσούκας, ο Στοφόρον (Χριστόφορος Χριστοφορίδης) και κοντοχωριανοί του ο Ποσινάκς, ο Παύλος ο Ξυνόπουλος, ο Κώστας Χαραλαμπίδης, ο Γαβράς, ο Γιάννης Αραπίδης, τη Καρα΄ένν΄ο Κώστας, ο Στυλιανός Αμαραντίδης, ο Καβάκς κ. ά.

Στην Αθήνα πρωτοπήγε το 1973, στην αρχή τα καλοκαίρια, για ένα 15θήμερο κάθε μήνα, όπου παρουσίαζε χορούς του Πόντου στο Θέατρο της Δόρας Στράτου (1973-80) κι ύστερα μόνιμα. Με την κάθοδό του στην Αθήνα, έγινε γνωστός και ταξίδεψε σε πολλές χώρες του εξωτερικού όπως στην Ινδία, το Αζερμπαϊτζάν, τον Καναδά, την Αμερική, την Αυστραλία και σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Συνεργάστηκε με τη Δόμνα Σαμίου, το Στάθη Νικολαΐδη, το Χάρη Καζαντζίδη (αγγείον), το Γιάννη Αραματανίδη (αγγείον), το Γιάννη Καλπατσινίδη (αγγείον), τον Πόλιον Παπαγιαννίδη, τον Κώστα τη Πατόζ΄ αλλά και με νεότερους, όπως τον Ηλία Υφαντίδη, τον Παναγιώτη Θεοδωρίδη κ.ά. Με τους δεκάδες δίσκους του (πάνω από σαράντα μαζί με τις συμμετοχές), ήταν για τους Πόντιους της Κοζάνης ο «πρέσβης» των σκοπών της Ματσούκας στους υπόλοιπους Πόντιους, καθώς έκανε σχεδόν «μόδα» τους σκοπούς της Άνω Ματσούκας (τα χαψικιεέτ΄κα). Ανέδειξε δύο ξεχασμένα για την εποχή εκείνη μουσικά όργανα, το αγγείον και τη χειλιαύριν. Ορόσημο ήταν ο δίσκος του με τον επίσης Χαψικιεέτε θρυλικό τουλουμτσή «Ασαλούμ’» (Κώστα Κυριακίδη) και το Στοφόρον, αλλά και αργότερα με τον Αραματάν΄, ένας δίσκος μόνο με αγγείον. Ας σημειωθεί ότι σε όλες τις δισκογραφικές δουλειές του ήταν πολύ προσεκτικός, τόσο από μουσικής απόψεως, όσο και σε θέματα γραπτής απόδοσης της ποντιακής διαλέκτου (επιμέλεια των δίσκων του έχει κάνει και ο Σίμος Λιανίδης).

Από τη βράβευση του Γιώργου Αμαραντίδη στο 5ο Πανελλαδικό Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών της Π.Ο.Ε.

 Ο Αμαραντίδης είχε το χάρισμα των παλιών λυράρηδων και τραγουδιστών να γράφει στίχο και μουσική, χωρίς να διακρίνονται τα δημιουργήματά του από τα παραδοσιακά. Ερμήνευε το ίδιο καλά τα ματσουκάτ΄κα, τα κλασσικά ποντιακά τραγούδια («Μονόγιαννες», «Πάρθεν η Ρωμανία», «Αφήνω γειά σας άρχοντες») αλλά και τραγούδια του σημερινού Πόντου («Πόντιον ποντιοπούλ΄»). Ως ο πιο αντιπροσωπευτικός ερμηνευτής της Ματσούκας, ήταν για χρόνια ο βασικός καλλιτέχνης στο θρυλικό –για τα δεδομένα της Θεσσαλονίκης τότε- χορό της Ένωσης Ποντίων Ματσούκας.

Ο Γιώργος Αμαραντίδης με τη Δόμνα Σαμίου

Στο 5ο φεστιβάλ της Π.Ο.Ε. στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής Χορού, τιμήθηκε ως ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της Ματσούκας εν ζωή. Στο 7ο φεστιβάλ στην Κομοτηνή συμμετείχε με το Σ.Πο.Σ. Νοτίου Ελλάδος & Νήσων, που χόρευε χορούς από την περιοχή της Ματσούκας. Δε δέχτηκε να μεταβεί στην Κομοτηνή αεροπορικώς. Ήθελε να είναι παρέα με τα νέα παιδιά, χορευτές και μουσικούς. Και όντως, στην Κομοτηνή τραγούδησε μέχρι τις πρωινές ώρες δείχνοντας σε όλους ότι υπάρχουν και καλλιτέχνες που διασκεδάζουν και συγκινούνται με τα Ποντιακά, που γίνονται ένα με τη νεολαία, όπως κάποτε και ο ίδιος γινόταν ένα με τους ηλικιωμένους από τον Πόντο, όταν ήταν 15 χρονών…



Ο Γιώργος Αμαραντίδης δίδασκε ποντιακή λύρα (τα τελευταία χρόνια στο Ελληνικό Σωματείο «Οι Μωμόγεροι» στην Καλλιθέα Αθηνών όπου και διέμενε μόνιμα), όπως οι παλιοί λυράρηδες, εμπειρικά, χωρίς παρτιτούρες και νότες. Η παρουσία του ως «δάσκαλος» σημάδευε τους μαθητές του (που τον αποκαλούσαν «πατέρα»), όχι μόνο με τις μουσικές ικανότητές του, αλλά και με την παράδοση που υπήρχε στη ζωή του ήπια και ρεαλιστικά, παρόλο που ζούσε για δεκαετίες στην Αθήνα. Μιλούσε ποντιακά, έπαιζε τάβλι στο καφενείο της γειτονιάς, έτρωγε Ποντιακά φαγητά (μέχρι και τελευταία η Ελένη Βασιλειάδου έστελνε στη γυναίκα του τυρομίντζ΄ και βούτορον). Δεν έχασε, άλλωστε ποτέ την επαφή με το χωριό. Όποτε έβρισκε την ευκαιρία βρισκόταν σε μουχαπέτ΄ με το Λευτέρη του Κοκκινά, το Μωμό, τον Κώστα Κοκκινίδη, αλλά και τον αείμνηστο αδελφικό του φίλο Χαράλαμπο Παταρίδη (Χουσεΐν). Ο χαμός του πέρσι σημάδεψε και την αρχή του τέλους για τον Συμούλ΄. Πήγε από την Αθήνα στην Κοζάνη και γύρισε αυθημερόν (με τον Κώστα Αλεξανδρίδη) για να παίξει με τρεμάμενη φωνή πάνω στο μνήμα του το «Αφήνω γειά σας άρχοντες»…

Ο Γιώργος Αμαραντίδης καθοδήγησε «παραδοσιακά» εκατοντάδες Ποντίους. Γλέντησε μερόνυχτα με γέρους γεννημένους στον Πόντο, αλλά και με παρχαρομάνες στο βουνό. Επέμεινε στην παράδοση, εποχές που το νεοποντιακό τραγούδι μεσουρανούσε. Αυτός ήταν και ο λόγος που σταμάτησε να τραγουδά σε κέντρα διασκέδασης από τη δεκαετία του ΄80. Δεν έκανε «εκπτώσεις» στην παράδοση. Σημάδεψε τη μουσική ιστορία της Ματσούκας εκπροσωπώντας μια ολόκληρη παραδοσιακή κοινωνία. Έκανε όμως και μια ωραία οικογένεια με τη γυναίκα του Ρούδα και τα τρία παιδιά τους, Στάθη, Γιάννη και Σοφία. Η φωνή της γυναίκας του όταν τον συνόδευε στην τελευταία κατοικία «Αμάραντε μ΄ που πας…» αντηχεί ακόμη στα βουνά της Κοζάνης, εκεί όπου άλλοτε αντηχούσε το τραγούδι και η λύρα του Συμούλ΄. Τα «αμάραντα», όμως, δε μαραίνονται και ο Γιώργος Αμαραντίδης δε θα σβήσει από τη μνήμη κανενός. Πέρασε στην ιστορία της ποντιακής παράδοσης ως «Τη Ματσούκας το άστρον…»

Καλό ταξίδι και χαιρετίσματα στον πατέρα μου….

Μυροφόρα Ε. Ευσταθιάδου


* Το 40μερό μνημόσυνο του Γιώργου Αμαραντίδη θα τελεστεί την Κυριακή 10 Μαρτίου 2013 στο Καπνοχώρι Κοζάνης.

Thursday, February 7, 2013

Έι κιτί κιτί Γιωρίκα ...

Επήες εχάθες και δεν κι είπες με. Αραέτς εν άμα κι'είσαι σο χωρίον. Απ ίνας ίνας εχπασκουνταν και χαπέρ κι παίρωμεν. Λαφρύν ας εν το χώμα'ς Γιωρίκα. Ναι Κίσα και ναι Τσοπαλί επορώ να ανασπάλω. Άμον ελέπω σε ακεκά με τον Κώστη τον Κελέσο σο γιάνις να τραγωδείς και να πινς τα κρασία. Αρ ιστέ ατά ετελέθαν,

 

αδακά ντο έγραψαν για τα σε.

Με πατριωτικό σπαραγμό σκύβουμε το γόνυ σήμερα μπροστά σου, γλυκόλαλε τραγωδιάνε και απολλώνιε κεμεντσετζή. Μαζί με τον πόνο για το χαμό σου, νιώθουμε παράλληλα και περηφάνια που ο ποντιακός ελληνισμός γαλουχήθηκε για πενήντα χρόνια με το μουσικό σου πολιτισμό και την ιστορική σου συνέπεια. Ήσουν ένας σεμνός και μέγιστος λειτουργός της ποντιακής μούσας γέννημα και θρέμμα της παρχαρομάνας και αμόλυντης Ματσούκας. Το μουσικό σου έργο κατάθεμα ψυχής και η προσφορά σου στην ποντιακή μουσική σημάδεψε καθοριστικά την πορεία και την εξέλιξη του ποντιακού τραγουδιού. Είσαι ο φλαμπουράτες της ποντιακής παράδοσης θα ήταν μεγάλη παράληψη να μη σου το αναγνωρίσουμε σήμερα. Ως ομηρικός ραψωδός σεβάστηκες την ομηρική μας γλώσσα και ως άλλος Δημόδοκος τραγούδησες τον έρωτα και τη χαρά τον πόνο και την ξενιτιά και έκλαψες με οδυρμούς την κουρσεμένη μας πατρίδα. Φίλε Γιώργο, συγκεντρωθήκαμε χθες , ο ανεψιός σου ο Στέλιος, ο φίλος σου Γιώργος ,η φίλη σου Ελένη, το καλλιτεχνικό σου παιδί, ο Γιώργος ο Σοφιανίδης και συνομιλήσαμε νοερά μαζί σου . Να ξέρεις το κάναμε από αγάπη και θαυμασμό γι αυτό που πάντα ήσουν: Ένας σεμνός και δίκαιος άνθρωπος, που αφιέρωσε όλη του τη ζωή για την ύπαρξη και συνέχεια του ποντιακού ελληνισμού. Το Μουσικό σου δημιούργημα ήταν ένα βάλσαμο στις ψυχές όλων μας. Τα τραγούδια σου χρυσά διαμάντια θα επιβεβαιώνουν τον κανόνα ότι οι μουσικοί του λαού και της παράδοσης δε λιποψυχούν και δεν πεθαίνουν ποτέ. Εσένα, τον ταπεινό, εσένα τον μουσηγέτη , εσένα τον αθάνατο , σου στέλνω το στερνό αντίο με στίχους βγαλμένους απ’ τα κατάβαθα της ψυχή μου..
Μιάρ πάς Σιμούλ..

Μιάρ πας, Σιμούλ, χειμογκονί κι αφήντς ‘μας με τα κρύα ‘κ’ ενούν’τσες φίλτς και συγγενούς μάναν, γαρήν, παιδία;

Εκεί ‘ς σον άδην, όθεν πας, τραγωδίας ‘κι λένε κι αν λένε ‘κι ακουσκούντανε, καρδίας ‘κι σερεύνε.. Εκεί η βρούχνα έναν χέρ’ και το νερόν αγκώναν, τα κεμεντζέδες αναλούν και τα τοξάρια σάπουν και τα λαλίας, τα γλυκά, ουρνούνταν μαναχόν ι. Ναϊλί εσέν, αμάραντε, εσύ πώς εμαρέθες κι ατό την στράταν τη ζωής ‘ς σο μεσοστράτ’ εφέκες;

Ναϊλί εσέναν ,νε Σιμούλ, εσέν’ και τη λαλία σ’, π’ εζέλεψεν ο χάροντας κ’ έρθεν να παίρ’ τα ψύα σ’. Εννέα χρόνια πολεμά να παίρ τ’ εσόν τη ψύν ι, εγρίβωσεν ‘ς σην κεμεντζέ σ’ κι ατός εσέν ‘κι αφήνει. ‘Κι αφήν ‘σε να γλυκολαλείς, μακρύν καϊτέν να σύρεις, Ψύα, καρδίας να κλαινίεις και να παρηγορίζεις.

Εσύ, τη Μάτ’σκας το αηδόν, πελίτ τοι Γιαννακάντων, πώς επεκούμ’πσες κ’ έρρουξες ‘ς ση χάρονος τα χέρια; Κι ορφάν’τσες κι εν εφέκες ‘μας χωρίς τα τραγωδίας, τη λύρας το κοδώνεμαν, τη τουλουμί το χτύπον.. Ποίος θα τραγωδεί καϊτέν μακρύν άμον εσέναν, με τη λαλίαν, το γλυκύν, το τοξάρ’ ,το μελένεν; Να πρασινίζ’νε τα ραχιά , και κλαίν’ τα ποταμάκρια.

Ατός ,του σκύλ’ ο χάροντας, τη λύραν ‘κι σαεύει, όντες ατέναν γιανασεύ’, θεριεβ’ και γουτουρεύει.

Εγρέθεν με την κεμεντζέ σ’ τη δαχτυλί σ’ τον χτύπον κ’ ερρούξεν ‘ς σ’ αναράεμα σ’ και ‘ς σην ψαλαφεσία σ’. Εσέν, τον αρχοντόλαμπρον, τη τραγωδί τον κύρην, τη κοσμί, π’ ετραγώδεσεν, τα πόνια, τα χαράντας και τη πατρίδας τον καημόν και τα γενοκτονίας.

Κι ατώρα ντ’ εκατέθηκες τη λύρα σ’ ,Σουμουλίκα, ποίος θα παίζ’ και τραγωδεί πατρίδας τραγωδίας, άμον τα κρύα τα νερά, τ’ αε Παυλί τα χιόνια.. Ποίος θ’ αλμέει τα πρόατα, βοσκίζ’ τ’ αγελάδόπα ‘ς ση παρχάρ’ τα τσιμένοπα, ‘ς ση λιβαδί τ’ ομάλια; Και ‘κείνεν την παντέμορφον, τη παρχαρί τη μάναν, ποίος θα παρ’γορεύ ατέν με τη σεβτάς τα λόγια;

Ναϊλί εσέναν ,λυριτσή, εχπάστες και θα πάς ι ατο τ’ εσόν το δεβασίρ’ τ’ εσόναν η ‘πιδέβα τον κόσμον όλιον έκαψεν και το παρχάρ’ εκλαίν’τζεν και τα πουλία ,τ’ αγλώσσα, έκοψαν τη λαλίαν. Εσέναν, π’ ετραγώδεσες εφτά ‘μέρας και νύχτας και εντιδών’τσαν τα ραχιά κ’ ετούλωσαν τ’ αρνόπα κι ο Πόντον εδεφέγγιξεν κ’ εγνεύσεν η πατρίδα…! Πατρίδας είσαι αμάραντον και Παναϊας διάκρον, πατρίδας τσιβαϊρ’ τασουν και ποταμί λαλάτσι.

Τ’ εσά τ’ εμέκια είν πολλά και τα χουσμέτια πλέα. Εσέναν, που ‘κ’ εγνώρ’τσε ‘σε ‘κι ‘ξέρ’ τα τραγωδίας, τα μωχαπέτια, τα καλά και τα παραβραδίας !

Αμαραντίδη λέν’ εσέν κι αμάραντον πα είσαι, Τσιτσέκ’ ,ντο στέκ’ ‘ς σ ηλέπορον , ‘ς σην αύλεν τουτουγιάνι.

‘Σ ση Μάτσ’κας τον ανέφορον και την ανεφορίαν εσυμποδιάες κ’ ερρούξες, η λύρα σ’ ετσακώθεν και το τοξάρ’ ισ’, τ’ αργυρόν, ερρούξεν κ’ εκυλίεν.

‘Σ ση στράταν, τ’ ανεγνώριμον και ‘ς σην κακοπορείαν, ατού κανείς ‘κι γιανασεύ’, κανείς ‘κι κοντοφτάνει. Τα χρόνια ‘κι κανείντανε τ’ ημέρας λειφτασέας, τα βάσανα κι άλλο πολλά, πλέα τα πικρασέας.

Αμάραντε, τη τραγωδί ζυμπύλ’ και μανουσάκι , ‘κ’ εγούεψες την κεμεντζέ σ’ κ’ εφέκες ορφανόν ι, ‘κ’ εγούεψες και το τοξάρ’ ντ’ επέμ’νεν σταλιμένον, τσατσόπον αγιαράευτον και απατσαρεμένον; Εσύ, που ‘κ’ εγονάτιζες, καμίαν που ‘κ’ ερρούζ’νες πώς εκομπώθες κ’ έρρουξες ‘ς πιγονατί ‘ς σο χώμαν; Τον χάρον πώς ‘κ’ εφούρκιξες με τ’ ατό τη σκουντούλα σ’ και ‘κειν του σκύλ’ την χάρεναν, την πόζεναν, την μάϊσσαν έναν καϊτέν κ’ εγούρεψες, μοιρολοϊαν κ’ είπες, να αναλεί το ψόπον ατς κ’ εσέν να λυπισκάται.

Ατός καρδίας ‘κι πονεί, τραγωδίας ‘κ’ εξέρει, για τ’ ατό γυροκλώσκεται ‘ς ση ποδαρί σ’ τ’ ιχνάρια τ’ ιχνάρια σ’, τ’ ανωρίαχτα, ‘ς σην πατρίδαν ντ’ επέμναν κ’ εγένταν κάστρα άπαρτα, μενέματα και δόξας.

‘Σ ση παραδείσ’ τη μεζιρέν, εκεί ‘ς σοι Γιαννακάντων, έμαθαν έρται ο Σιμούλτς κ’ έναν σονλίκ εγέντον. Τραπέζια τεσσεράκοντα, χρυσοτονατεμένα, για τ’ εσέναν ερμάτωσαν κ’ εσέναν αναμέν’νε. Οι φίλοι και οι αδενοί και οι μωχαπετλήδες έμαθαν, έρται ο Σιμούλτς, τη τραγωδί ο γιόν ι. Εφόρεσαν κ’ ενέλλαξαν, ‘ς σην απαντή σ’ έχ’ κ’ έρταν, εμπρολασία οι αγγέλ’ και απ’οπίσ’ ο κύρη σ’ κι αλλ’ απ’ οπίς με το παπάχ’, ο θείον ο Στοφόρον, ο Ποσινάκς ,ο Ασαλούμς ,Γιάννες ο Καλπατσίνον. Αποστολίκας έχ’τσε ‘σεν χρυσόνα κεμεντζέν ι, ‘ς σην πόρταν τη παραδεισί εκάτσεν κι αναμένει .

Εσέναν, τον ‘πιδέξιον και τον ‘πιδεξαμένον ντο έρθες άμον λυριτσής κι άμον τραγωδιάνος κι αέτσ’ εχπάστες και θα πάς ‘ς ση παραδείσ’ το μέρος. Εκεί όθεν τα κρένερα, τ’ άθια, τα μανουσάκια εσέναν θα παρηγορούν κ’ εσέν θα δροσερεύνε και οι αγγέλ’ θα τραγωδούν μακρέα τραγωδίας να τουρουλεύν’ τα ψύα σου, τα παραπονεμένα.

‘Σ σ’ αβού τον κόσμον, τ’ έρημον μουράτια ‘κι πλερούνταν!.. Τ’ εσόν η στράτα πελίν έν, τσιμέν και τσιμενόπον. Ολόερα ‘ς σ’ ακρόρυμια νερόπα κρενεμένα και το κρεβάτ’ ισ’ παρχαρί φτερίν τουσέκ και στρώμαν, να κείσαι κι αναπάεσαι γλυκά κι αναπαμένα.

Λαφρύν κι αναδιβόλετον το χώμαν, ντο σκεπάει ‘σεν…. Αιώνιον κι ανάσπαλτον η μνήμη σ’ τραγωδάνε….

www.kozanimedia.gr

Περισσότερα εδώ

Tuesday, May 17, 2011

Εσύρεν κι έχασεν την δουλία νατ για το λιλί νατ


το μεν ραπίζει πάει στην Ελλάδα, το δε συνουσιάζεται στην ... καμαριέρα, φτηνά τη γλυτώσαμε

 





Ολαν τα χρόνΐα ΄ς επεΐ, ...να σκούται αν κι επορεί... εσύ σο ... κούντεμαν..... Ατώρα ποίος εν απές σα σκακά? Οι έλλενες γιόξαμ το λιλί'ς? Ακείνος ο Σολών είπεν ατ..."Μηδένα προ του τέλους μακάριζε". Ατό ας ακούγνα το απές ση βουλήν πα.... Καλόν θα εφτά ατς.

Saturday, January 22, 2011

Εγούζεψαν οι Τουρκάντ!

Άμον ντο εξέβεν ο Πρόεδρον και είπεν σον Αρμένην κατακρεουργηθήκαμε από τον ίδιο βάρβαρο ε κιτί πήρεν ο κώλον άτουν φωτίαν. Κι αμ ντο επερίμεναν? Χαρώ ατς ντ' εσφαξαν τον πάππο'μ? Άμα εν ξάϊ χοντροκέφαλοι εν, αοίκα κι εγροικούν κι ατώρα λέγνε η ιστορίαν κι εν αέτς και αοίκα μαλακίας.

Ο άλλον, πως λέγνα τον; Δρούτσα κατ λέγνα τον θα εφτάει φιλικά σχέσεις με τους Τουρκάντ κι' ουλ οντάμαν θα λαναγκεύωμεν σην σέρραν. Αοίκον εξυπνον παιδά μερ βρήκενα κι εποίκενα υπουργόν ο Γιωργάκης κι ξέρω άμα εγώ ντο να λέγω σας. Μ΄αούτον υπουργόν δεν κι φοούμαι.

Tuesday, January 18, 2011

ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

ΠΑΤΡΙΔΑ... ΛΕΓΩ Τ' ΟΝΕΜΑ Σ' ΚΑΙ ΓΟΜΟΥΤΑΙ Η ΓΟΥΛΑ Μ' ... ΠΑΤΡΙΔΑ ΚΑΜΙΑΝ ΚΙ ΑΝΑΣΠΑΛΩ ΣΕ
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης

Δεβάστεν κι' άλλο πολλά αδά